Top Definition
As a phrase, noun. After performing oral sex and/or fingering a female's box, the lingering smell afterwards, either on the upper lip or on the fingers. Generally used as either bragging, warning, or Avoid a bad free sniff with a sniff test.
Hey, Paul! Smell my fingers, man. Smell that? You got a free sniff!
από Dan Madole 29 Αύγουστος 2004
1 Word related to free sniff

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.