Top Definition
1) One who lays pipe for free, out of the goodness and charity of his heart.

2) A member of the Fraternal Order of FreePlumbers, whose practices include the above.
Douglas was a proud and skillful freeplumber who practiced his craft often and with vigor.
από Bullroarer 15 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×