Top Definition
someone strangely and undefinably acceptable; highly approved for reasons undetermined.
With those wet, orange cotton shorts, she is fresh as death.
από Allison Hefner 28 Ιούνιος 2008
5 Words related to fresh as death

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.