Top Definition
of or relating to something, or someone "fresh"
fresh being defind as: new or cool, or amsomely pimpadelic.
dimz yo, that gold chain is def freshalistic
από phan 28 Μάρτιος 2005
1 more definition
of or realting to something or someone "fresh"
fresh meaning tight, new or awesomely pimpadelic
"dimz yo, that gold chain is hella freshalistic"
από phan 28 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×