Top Definition
Crowd-sourcing your friends (online or in the real-world) to solve a problem or answer a question.
I wanted to know where to grab good sushi, so I friend-sourced on Twitter.
από Trevor Bolliger 20 Ιούλιος 2011
1 more definition
Outsourcing something to your friends.
I couldn't finish my book report so I friendsourced it.
από pareboy 8 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×