Top Definition
verb: an act of collecting toy frogs from a game booth under the watchful eye of those that actually work there. you dont.
Girl: "The frogs are scattered everywhere! Start frogwhoring boy!"
Boy: "Of course, milady. Spare thy wrath from a lowly frogwhore such as myself!"
από Frogwhore 31 Αύγουστος 2008
5 Words related to frogwhoring

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×