1.Deep fear of engaging in a sexual activity.
2.Deep fear of engaging in sex acts with members of a womens swim team.
3.Deep fear of jumping around or losing control.
1.Miguel had a frolicphobia of sexual acts with others.
2.Marcel has a frolicphobia of sex with swimmers.
3.Sophia had frolicphobia to lose control.
από Pagie 2 Ιανουάριος 2007

10 Words Related to frolicphobia

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×