Top Definition
or fudhist. N. A spiritual practice wherein the alleviation of suffering comes from good food.
"You ordered the steak? I thought you were a Buddhist and a vegan."

"No no, I'm a Fuddhist. Good steak is like Holy Communion."
από Cuter Poet 2 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×