Top Definition
a full erection of the male genitalia.
"I woke up in the middle of the night with the urge to take a wicked piss, but the combination of grogginess, poor lighting and a full gig made it a messy ordeal."

"The bitch up and walked out, leaving me there with a full gig."
από Hat W. 29 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.