Top Definition
noun; a particularly extreme psychological or emotional reaction to a situation
"When Karen caught me macking on her best friend, she tore me a new one in front of everybody at the club. Crying, screaming, throwing shit: you know, the full-frontal freakout."
από stickyshift 12 Μάιος 2006
5 Words related to full-frontal freakout

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.