Top Definition
Fungnit verb: deriving from the Greek word Fungogit meaning to insult large people simlar to our current term; "fat lard"
person 1: "did you see that cassandra?"
person 2: "yeah she is definantally a fungnit!"
από non o ur buziness 23 Ιούνιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×