Top Definition
To be utterly beaten and humiliated in defeat.
The result of the fight left Oliver in need of amputation, Dalton had brought down a dumptruck of humiliation onto Oliver's now handicapped, and fustimigated shell of a body.
από Aborted-Fetus 30 Νοέμβριος 2006
5 Words related to fustimigated

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.