Top Definition
göt = ass
hence, götmaster = one who has mastered the göt
Timmy has truely mastered the göt, he is the götmaster
από cubon 30 Ιούλιος 2005
1 Word related to götmaster
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×