1. Siphoning internet from a gas station convenience store. (Derived from English GAs stATion conveNIence stoRE.)

2. (Gaatniracy) Being involved in the act of, or intent to, siphon internet from a gas station convenience store.

3. (Gaatniration) The act of Gaatniring.
I gaatnire at Texaco every night.

Gaatniration is the wave of the future.
από Micah and Brendan 25 Οκτώβριος 2007
6 Words related to gaatnire

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×