Gaggy
Something that induces vomiting by seeing,smelling or by tasting;eg,foul odor,bad dress code
(insult),bad dish(food)/eatables.
1)'Alex can't stand the fish market.He gets gaggy just by its stench.'
2)'Look at Ally.She thinks her dress is cool but its real gaggy to me.'
από Ben janger 12 Απρίλιος 2006
The pretend act throwing up in your mouth.
The thought of pork gives me the gaggies.
από alynne09 15 Σεπτέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×