Top Definition
A sort of "tackle" of another person. Typically from the side or back. Characteristically the person being galompED is unsuspecting of this.
He missed Sarah so much he galomped her as soon as he saw her.
από R. Harrison 4 Μάρτιος 2008
4 Words related to galomp

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×