Top Definition
An ethnic slur to describe Greek people and salesmen in particular. Most famously used in the movie ''Lock, Stock, And Two Smoking Barrels".
"Get Nick, that greasy wop, shistos, pesevengi, gamouri Greek bastard, if he's stupid enough to still be on this planet."
#greasy #wop #shistos #pesevengi #greek #bastard
από feefifofum2 30 Δεκέμβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×