Top Definition
'ga-nosh-e-fied' - the act of being sculpted of out of cake and ganache.
Cake artists sculpting a life-like cake out of cake and ganache. 'Leslie was ganachefied tonight and then eaten by the audience.'
από artedibles 19 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×