Top Definition
A euphemism for being laid off from work, or being suspended for a long period not through your own choice.
"Jayne couldnt cope with her new role in the organisation so she was given gardening leave"
από Lizzy-Anne 3 Ιούλιος 2008
6 Words related to gardening leave

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.