Top Definition
-Acting in a manner without the consideration of others.

-Being forced to deal with someone taking forever to perform various acts.
-You guys didn't wait for me to go to lunch, you totally garnsied me.

-Ok, shut up. Your story has garnsied me.
από skuzme210 13 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×