Top Definition
(noun) - One who generously gives another orgasms.
Derek's not just a giver, he's a given gasmgiver.
#orgasm #giver #sex #put-out #put out #date #dating #going out #pornstar
από lexicographerrr 8 Μάρτιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×