Top Definition
Adj., describing all things pertaining to or resembling cake. A word of French derivation.
"I fancy that a gateautious orgy is in order."
"What a markedly gateautious granite statue you have there, vicar!"
από thescreamingdwarf 15 Δεκέμβριος 2007
5 Words related to gateautious

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.