Top Definition
gayity but spelt better. The amount of gayness in a certain situation, etc.
Gayeity factor through the roof on that one.
από stolen from Josh, given by Captain 24 Φεβρουάριος 2005
1 Word related to gayeity factor

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.