Usually the present-tense form of "to gains" or "to garans", but it can be used as both a verb and a noun, respectively.

V: To engage with, sexually.

N: One who is always wholeheartedly open to engaging sexually, although not necessarily a slut.
"Man, I totally want to geenz that chick, her ass is epic."

"That girl is a total geenz, DTF all day erryday."
από cattatatt 19 Ιούλιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×