Top Definition
Being passed in a race by another competitor much older than you.
I thought I was doing really well in the hill climb until I got geezered by a 65 year old on a piece of crap bike.
από kingofbanff 23 Μάιος 2010
1 Word related to geezered

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×