Top Definition
A mix bewteen the words "generosity" and "hospitality", usually used when one wishes to express a gratuitous amount of either generosity or hospitality, or both.
I took Jenelle out for pizza, bought her a necklace and took her to the movies, and yet, despite my generospitality, my balls have not yet been fondled.
από araknidude 3 Νοέμβριος 2007
4 Words related to generospitality

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.