Top Definition
To geschnozzle - To sneeze with an especially abundant escape of snot.
Mr Bernstein, you geschnozzled on me.
από Snowden 21 Δεκέμβριος 2004
1 Word related to geschnozzle
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.