Top Definition
The act of simultaneously acting stupid and giddy.
Laughing at or in inappropriate times and places Example: church, court, a wedding.
When the cute guy walked into the club , Mom and Trixi immediaely started acting like complete giddiots!
από Pamela Ambrose 16 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.