Top Definition
1. another term for a word such as "shit" "fuck" "damn" when someones pissed
2. a word used for excitement such as "hell yeah!"
1. Oh giddity.. we're both horny. This oughta be fun...
2. Taylor: Hey Erin, do you wanna go to the movies this weekend?
Erin: Oh giddity! Yeah!
από Chu* 28 Μάρτιος 2009
6 Words related to giddity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.