Top Definition
Laughing a lot. A lotta lot. And I mean a lot. An extreme version of "LOL"
Friend says something funny.

Other friend laughs at joke. "giggling my chuckling beard off/GMCBO!!!"
από leighzil 3 Αύγουστος 2009
6 Words related to giggling my chuckling beard off

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.