Top Definition
Gintzel (GINT-sel): a goof off. A male who makes dumb decisions. See also gintzelle
Aka: Goone
Dude, you left your weed out and your mom found it? What a gintzel
από BenJammin Butt 1 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×