Top Definition
(adj) (coined by Antenna Wilde)

1. When a woman pauses mid-orgasm (usually with her mouth open) and stops gyrating.
2. A woman becomes so angry that she stops talking and takes on a look of mental instability.
Shit got crazy, I mean; girl, interrupted.
από Antenna Wilde 14 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to girl, interrupted

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×