Top Definition
someone who is not mad but acts it.
also can be used for someone who does stupid
stuff on a constant basis.
that gitso would'nt stop annoying me.
All I see all day is gitso's with their
stupid questions.
από jetblack1981 2 Μάιος 2008
5 Words related to gitso

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×