Top Definition
(1) (noun) one whose weight appears to fluctuate wildly while maintaining a constant Body Mass Index; (verb) donning trashbags in an effort to cut weight.
"I'm not at 165 yet, so I have to glassmire for the next two hours"
από Lou Hullabuloo 15 Μάιος 2007
5 Words related to glassmire

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.