Top Definition
The new politically correct word for retarded or slow to learn about everything.
Peter had to take 3rd grade for the third time. He's globally delayed.
από Paula Steeves 16 Νοέμβριος 2006
4 Words related to globally delayed

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×