Top Definition
globe-engineering: Novel engineering solution to control global warming and reduce co2 build up around the earth surface as a last resort against climate change
globe-engineering:forests of artificial trees
giant space mirrors
από pqkv 7 Σεπτέμβριος 2009
4 Words related to globe-engineering

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×