A word created by a fifth and sixth grade split Elementary Advanced Program class at Woodmoor Elementary.

GLOGGENSCHNORFF: noun: a nonsensical word meaning nonsense.
RICK: Heya, bub.
ERIC: Shut your asshole!
HANNAH: Oh, wow. Improper use of swear words.
ERIC: Shut your asshole!
JENNIFER: That's just gloggenschnorff, my fellow elementary schoolers, gloggenschnorff.
από Izaebele 5 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×