Top Definition
v. to assume 50% of the responsibility for an act and its consequences, the other 50% of same falling on the person with whom the act was perpetrated.
Let's go half on a baby.
από redgyul 2 Μάρτιος 2005
1 more definition
To split the cost of a purchase in two with another person.
"Do you want to go halves?", "Let's go halves", "Can we go halves?", etc
από Mateo74 13 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×