To split the cost of a purchase in two with another person.
"Do you want to go halves?", "Let's go halves", "Can we go halves?", etc
από Mateo74 13 Νοέμβριος 2013
Top Definition
v. to assume 50% of the responsibility for an act and its consequences, the other 50% of same falling on the person with whom the act was perpetrated.
Let's go half on a baby.
από redgyul 2 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.