Top Definition
One who lacks basic skills of survival in the world. Dumbwitted.
That Grant Goettl is a real goatstick.
από itsyourmakergoatboy 27 Απρίλιος 2009
5 Words related to goatstick
A cigarette. Also referred to as simply "goat" for short.
"Let's go smoke a goat stick," said Aaron.
από Starbis 15 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×