Top Definition
An individual who uses their religious convictions as justification for idiotic or sociopathic behavior.

Presumably derived from douchebag (cf. godbag).
"Thanks to the dedicated work of godbaggers, it's very difficult for kids to learn about science in Kansas."
από William Jennings Bryan 11 Απρίλιος 2007
5 Words related to godbagger

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.