Top Definition
\gōl-dənˈthrəst\
n.

: The act of a male urinating, during the forward push, whilst penetrating any orifice with his penis.

v.
: Urinating while penetrating any orifice during the forward push with a penis.
"Man, I've been holdin' in all day. I can't wait to golden thrust that pussy tonight."
από Charlie in the Trees 18 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×