something in which Arienne Alyse Willbern and Kimberly Dawn Marie Niehaus do quite often. insured-- no need to call for help]. the act of committing a crime.
Arienne and Kimberly threatened to call the police because Christian Willbern was goligifying
από kimmmbberrrllyyy 23 Δεκέμβριος 2003

1 Word Related to goligifying

the act or process of goligifying
She went to call the police because the dog was goligifying.
από Aarieennee 28 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×