Top Definition
Greek: Literally translates to "ass-child." Generally used to describe a brat, or a child that indulges in stupid/disgusting behavior.
To soy pethi klanei mes' stin eclesia?? Golopetho!!

What kind of child farts in church?? Ass-child!!
#ass #brat #asshole #greek #greek curses #malaka
από gamoto 16 Απρίλιος 2008
6 Words related to golopetho
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×