Top Definition
adj: the state of being after one has repeatedly beaten his head against a gong.
After repeatedly beating my head against that gong, I'm feeling quite gong loopy!
από Unicorn Q. Johnson 18 Ιανουάριος 2008
5 Words related to gong loopy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.