(Noun)
1. The combination of a donkey and a gorilla, as through genetic splicing or crossbreeding.
2. A person born in, living in or descended from the continent of Africa.

A baby gonkey: dorilla
A litter of dorillas: cubble
Latin - Eqorius Gonkius
Oh my god, that gonkey just robbed my store!!!
από Reeve 28 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×