Top Definition
To process something in an unknown or indefinite manner, usually related to an internal thought process. See gonkulator for original pop reference.
"Let me gonkulate on that for a while, Bob, and see what comes of it."
από TheGonkulator 8 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.