n.: (American slang) any variety of highly contagious sexually transmitted diseases; usually denotes more than one STD.

related forms: gonoherpelii; plural noun.
"My business district itches. I hope that I don't have some kinda gonoherpelus."

"Wow, So-and-So really sleeps around. I sense some gonoherpelii going on there."

από Emmy Foofoo 3 Μάιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×