Top Definition
A gonad in humanoid form. i.e., a testicle which walks (and all too often TALKS) like a man. Note that the word "gonoid" exists and has other meanings, but this one is coined by ME.

See also "dwerp".
Yeh, I met him - a real gonoid for sure.
από GreyWolfLX 6 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to gonoid

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×