Top Definition
Goo doo; a type of hairdo that uses too much gel (goo).
Jim has gone mad with with the hair-gel he's got a right goo doo
από pseudonymanim 23 Μάρτιος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×